V: Ποιο;
Ε: Ένα που έλεγες ότι έβλεπες τους ανθρώπους πίσω από ένα θόλο. Ότι τους παρατηρούσες από μακριά κι όμως ήθελες να ζήσεις μ' αυτούς. Και το κατάφερες όταν έσπασες τον θόλο και μπήκες μέσα. Όταν έπεσες πιο χαμηλά, στα μέτρα τους.
V: Δε μπορώ να το θυμηθώ, να σου πω την αλήθεια.
Ε: Πάντως λέγαμε ότι γράφεις πολύ ωραία. Του έλεγα ότι έχω παρατηρήσει σε εσένα ότι έχεις ξεκινήσει από το Εγώ και οδεύεις προς το Εμείς, ενώ οι περισσότεροι κάνουμε το αντίθετο.
Του είπα ότι [...]
Εκεί κάπου το έχασα. Η φασαρία των θαμώνων έγινε πιο επιβλητική από τη συζήτηση. Η οπτική αναπαράσταση κατέστη ελλιπής -θολούρα. Με εκτόπισε η κουβέντα, γιατί ο εγκέφαλός μου αντιδρούσε με περιέργεια και απορία, όπως σε μια πρώτη γνωριμία με μια οντότητα. Δεν προλάβαινα τις λέξεις, τα νοήματα, δεν πρόφτανα να δομήσω και να θέσω τα ερωτήματά μου. Συμπεριφερόμουν σαν να μην έρχομαι σε αλληλεπίδραση με οικεία πληροφορία. Άκουγα μια ιστορία ξένη. Δεν αναγνώριζα ότι μιλούσαμε για "εμένα". Πόνεσε αυτό. Η εγκατάλειψη. "Ο πιο μόνος απ' όλους είναι αυτός που έχει εγκαταλείψει τον εαυτό του." Μοναξιά και εκτοπισμός.
[...]
Ε: Τι συνέβη;
V: Μιλάμε για κάποια που δεν υπάρχει πια.
Τόση μάχη για το Εμείς. Τόσα κείμενα, τόσο μελάνι, τόσες κουβέντες με αγνώστους σε παγκάκια. Όλη η φαιά ουσία, το ρίσκο. Η αναδίπλωση και η επάνοδος. Τόσα βράδια, οι κρίσεις άγχους, τάσεις φυγής. Ο θυμός, τα σκληρά λόγια, ο γδούπος που έκανε η αυτογνωσία στον αυχένα. Ο χρόνος. Και η τελική ευθεία, που δεν αντιλήφθηκα ποτέ. Αυτή τη στιγμή δεν δύναμαι καν να προσδιορίσω χρονικά τη στιγμή. Έφτασα στο Εμείς.
Θυμάμαι τον πόνο και την απόγνωση την πρώτη στιγμή της ζωής μου που ένιωσα αδιάφορη. Βαρετή. Ένιωσα θνητή, συνηθισμένη και καθημερινή. "Trust the process." Σχεδίαζα τόσο καιρό να μεταβώ από το Εγώ σε κάτι άλλο, κάτι πιο λειτουργικό, κάτι πιο ανθηρό, πιο ελπιδοφόρο για την ψυχή μου, απλά και μόνο για να εξασφαλίσω μια θέση στον μέσο όρο; Κι αυτό το Εμείς, γιατί μοιάζει τόσο άδειο; Έφτασα ως εδώ για να δω ότι έχω βρεθεί σχεδόν μόνη. Το έκανα για τους άλλους, όμως όταν εγώ έφτασα, οι άλλοι δεν ήταν εκεί. Εδώ στο Εμείς υπάρχουν άνθρωποι μόνοι. Απογοητευμένοι και ματαιωμένοι. Φαίνεται σαν, ο πρώτος που έφτασε να βίωσε την απέραντη ερημιά. Κι έπειτα, ο δεύτερος που έφτασε, να αντίκρυσε έναν άνθρωπο μόνο, γερασμένο και θλιμμένο. Ο τρίτος, δύο ανθρώπους που τα είχαν παρατήσει. Κι έτσι το Εμείς άρχισε να γίνεται μια νέα αδυσώπητη κόλαση. Η συλλογικότητα της απελπισίας.
Όταν έφτασα εγώ, ήταν τόσο αργά, που δεν υπήρχε πια αυτό το Εμείς, αλλά μια μέτα εκδοχή του Εγώ. Νόμιζα πως ήμουν ονειροπόλα, την εποχή εκείνη που πάλευα να με αποδομήσω, να πετάξω την εαυτιστική μου οπτική στα σκυλιά, μια ονειροπόλα που οδηγούσε την εαυτή της προς τον ρεαλισμό. Την πραγματική ουτοπία, την αλήθεια και την αυθεντικότητα του να ζεις για τους άλλους και οι άλλοι να ζουν για σένα. Την αγάπη. Έκανα τόσο δρόμο να βρω την αλήθεια, για να καταλήξω πιο ιδεαλίστρια από ποτέ. Μπήκα μέσα στον θόλο και κλείστηκα εκεί. Στην ασφάλεια του να μην έχω την ορατότητα πια να παρατηρώ. Στην άνεση του να διασχίζω τη ζωή χωρίς κριτική.
Ήταν δώρο η κουβέντα. Έριξε μια πέτρα στο θόλο και του έκανε μια ρωγμή. Και μια ρωγμή ήταν πάντα το πραγματικό σύμβολο της ελπίδας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου