6.26.2024

Το πλάνο

Σηκώθηκα για να γράψω. Ήμουν για ώρα ξαπλωμένη σε μια πολύ άβολη στάση στο κρεβάτι, Τετάρτη βράδυ, μετά το γυμναστήριο. Ακύρωσα δύο κανονίσματα. Δεν κουνήθηκα. Ειλικρινά, θεωρούσα ότι έχω μεγαλώσει αρκετά για να πάθω κάτι τέτοιο. Δεν μου αρέσουν οι ενδείξεις που δείχνουν μια μονιμότητα στο σκοτάδι του εαυτού μου. Προτιμώ να σκέφτομαι πως, η τάδε περίοδος ευθυνόταν, ήμουν έφηβη, ήμουν πρώτο έτος σε άγνωστη πόλη, ήμουν σε καραντίνα. Τώρα θα βρω ίσως κάτι να εξηγήσω το βούλιασμα. Το ότι δεν θα κάνω μπάνιο μετά το γυμναστήριο και δεν θα μου φτιάξω ένα γεύμα. Ας μου εξηγηθεί κάπως περίτεχνα το γιατί δεν είμαι δοτική απέναντί μου τώρα.

Είμαι πίσω απ' το βλέμμα. Δεν ξέρω, αλλά νομίζω κάθε άτομο φαντάζεται ότι βρίσκεται σε κάποιο μέρος μέσα στο σώμα του. Είχα δει στο τικτοκ ότι μια κοπέλα έλεγε ότι νιώθει ότι βρίσκεται κάπου μπροστά απ' τους πνεύμονες. Εγώ βρίσκομαι πίσω απ' το βλέμμα κι ελαφρώς πιο ψηλά. 

Πιστεύω πως ο μόνος λόγος που δεν έχω πεθάνει είναι η περιέργεια. Ίσως -κι ας μην θέλω να το παραδεχτώ, επειδή είναι κάπως παθέτικ- και η ελπίδα. Ελπίδα για τι; Τα όνειρα πέθαναν.

Τελευταία αφαιρώ βάρη. Αφαιρώ συνδέσεις, ανθρώπους, οικογενειακούς δεσμούς. Μόνο με το αγόρι μου είμαι πολύ κοντά. Αυτό κάπως έτυχε στη ζωή μου, βέβαια το προσπάθησα και εγώ αρκετά να δουλέψει. Νιώθω τύψεις απέναντί του. 

Παρατήρησα πως αδημονώ πάνω απ' το κινητό να απαντήσει η Χ για τη διαδικασία του να γίνω δωρήτρια οργάνων -ή ό,τι. Θέλει να μου εξηγήσει όλα τα βήματα. Και εγώ κάπως της είπα ότι δεν βιάζομαι, αλλά βιάζομαι. 

Έτσι κάπως λειτουργεί ο εγκέφαλός μου. Κάνει πλάνα, απ' το πουθενά, από εκεί που δεν το περιμένω, προγραμμματίζει για 'μένα, πριν από μένα, χωρίς εμένα. Είναι ένα Σύστημα που, μόλις πάρει μια απόφαση, εγώ είτε θα την ακολουθήσω, είτε θα ματώσω πολύ για να την αναιρέσω. Και είμαι πάρα πολύ κουρασμένη σήμερα.

Πιστεύω ότι αύριο η Α θα μου γράψει βιταμίνες -έτσι τα λέμε για να το κανονικοποιήσουμε κι αυτό. Αναρωτιέμαι αν θα της πω την αλήθεια.

Περίμενα να είναι πολύ πιο όμορφα τα πράγματα. Ατύχησα

Αν ψάχνεις την ελπίδα σε όλο αυτό το μουρμουρητό, σκέψου απλά ότι τουλάχιστον σηκώθηκα για να γράψω.

2.17.2024

μιλάμε για κάποια που δεν υπάρχει πια

Ε: Λέγαμε με τον Ρ για το μπλογκ σου. Δεν ξέρω πώς καταλήξαμε εκεί, αλλά μου έλεγε για ένα κείμενο που του άρεσε πολύ.
V: Ποιο; 
Ε: Ένα που έλεγες ότι έβλεπες τους ανθρώπους πίσω από ένα θόλο. Ότι τους παρατηρούσες από μακριά κι όμως ήθελες να ζήσεις μ' αυτούς. Και το κατάφερες όταν έσπασες τον θόλο και μπήκες μέσα. Όταν έπεσες πιο χαμηλά, στα μέτρα τους.
V: Δε μπορώ να το θυμηθώ, να σου πω την αλήθεια. 
Ε: Πάντως λέγαμε ότι γράφεις πολύ ωραία. Του έλεγα ότι έχω παρατηρήσει σε εσένα ότι έχεις ξεκινήσει από το Εγώ και οδεύεις προς το Εμείς, ενώ οι περισσότεροι κάνουμε το αντίθετο. 
Του είπα ότι [...]

Εκεί κάπου το έχασα. Η φασαρία των θαμώνων έγινε πιο επιβλητική από τη συζήτηση. Η οπτική αναπαράσταση κατέστη ελλιπής -θολούρα. Με εκτόπισε η κουβέντα, γιατί ο εγκέφαλός μου αντιδρούσε με περιέργεια και απορία, όπως σε μια πρώτη γνωριμία με μια οντότητα. Δεν προλάβαινα τις λέξεις, τα νοήματα, δεν πρόφτανα να δομήσω και να θέσω τα ερωτήματά μου. Συμπεριφερόμουν σαν να μην έρχομαι σε αλληλεπίδραση με οικεία πληροφορία. Άκουγα μια ιστορία ξένη. Δεν αναγνώριζα ότι μιλούσαμε για "εμένα". Πόνεσε αυτό. Η εγκατάλειψη. "Ο πιο μόνος απ' όλους είναι αυτός που έχει εγκαταλείψει τον εαυτό του." Μοναξιά και εκτοπισμός. 

[...]
Ε: Τι συνέβη;
V: Μιλάμε για κάποια που δεν υπάρχει πια.

Τόση μάχη για το Εμείς. Τόσα κείμενα, τόσο μελάνι, τόσες κουβέντες με αγνώστους σε παγκάκια. Όλη η φαιά ουσία, το ρίσκο. Η αναδίπλωση και η επάνοδος. Τόσα βράδια, οι κρίσεις άγχους, τάσεις φυγής. Ο θυμός, τα σκληρά λόγια, ο γδούπος που έκανε η αυτογνωσία στον αυχένα. Ο χρόνος. Και η τελική ευθεία, που δεν αντιλήφθηκα ποτέ. Αυτή τη στιγμή δεν δύναμαι καν να προσδιορίσω χρονικά τη στιγμή. Έφτασα στο Εμείς. 

Θυμάμαι τον πόνο και την απόγνωση την πρώτη στιγμή της ζωής μου που ένιωσα αδιάφορη. Βαρετή. Ένιωσα θνητή, συνηθισμένη και καθημερινή. "Trust the process." Σχεδίαζα τόσο καιρό να μεταβώ από το Εγώ σε κάτι άλλο, κάτι πιο λειτουργικό, κάτι πιο ανθηρό, πιο ελπιδοφόρο για την ψυχή μου, απλά και μόνο για να εξασφαλίσω μια θέση στον μέσο όρο; Κι αυτό το Εμείς, γιατί μοιάζει τόσο άδειο; Έφτασα ως εδώ για να δω ότι έχω βρεθεί σχεδόν μόνη. Το έκανα για τους άλλους, όμως όταν εγώ έφτασα, οι άλλοι δεν ήταν εκεί. Εδώ στο Εμείς υπάρχουν άνθρωποι μόνοι. Απογοητευμένοι και ματαιωμένοι. Φαίνεται σαν, ο πρώτος που έφτασε να βίωσε την απέραντη ερημιά. Κι έπειτα, ο δεύτερος που έφτασε, να αντίκρυσε έναν άνθρωπο μόνο, γερασμένο και θλιμμένο. Ο τρίτος, δύο ανθρώπους που τα είχαν παρατήσει. Κι έτσι το Εμείς άρχισε να γίνεται μια νέα αδυσώπητη κόλαση. Η συλλογικότητα της απελπισίας. 

Όταν έφτασα εγώ, ήταν τόσο αργά, που δεν υπήρχε πια αυτό το Εμείς, αλλά μια μέτα εκδοχή του Εγώ. Νόμιζα πως ήμουν ονειροπόλα, την εποχή εκείνη που πάλευα να με αποδομήσω, να πετάξω την εαυτιστική μου οπτική στα σκυλιά, μια ονειροπόλα που οδηγούσε την εαυτή της προς τον ρεαλισμό. Την πραγματική ουτοπία, την αλήθεια και την αυθεντικότητα του να ζεις για τους άλλους και οι άλλοι να ζουν για σένα. Την αγάπη. Έκανα τόσο δρόμο να βρω την αλήθεια, για να καταλήξω πιο ιδεαλίστρια από ποτέ. Μπήκα μέσα στον θόλο και κλείστηκα εκεί. Στην ασφάλεια του να μην έχω την ορατότητα πια να παρατηρώ. Στην άνεση του να διασχίζω τη ζωή χωρίς κριτική. 

Ήταν δώρο η κουβέντα. Έριξε μια πέτρα στο θόλο και του έκανε μια ρωγμή. Και μια ρωγμή ήταν πάντα το πραγματικό σύμβολο της ελπίδας.

11.08.2022

από εκείνη τη φωτογραφία με το σκάκι

Σε φοβάμαι γιατί κρατάς στα χέρια σου τον πιο ευάλωτο εαυτό μου. Γιατί μαζί σου έκανα τα μεγαλύτερα λάθη και έχω εκδηλώσει τον πιο αδέξιο εαυτό μου. Έχω υπάρξει εγωίστρια, εκδικητική, θυμωμένη και ανασφαλής. Δεν μπορούμε να πούμε ένα γεια εμείς οι δύο. Το γεια από μόνο του είναι εύκολο να λεχθεί. Το μετά είναι το θέμα.. Μετά τι θα πούμε; Εγώ δεν έλεγα ποτέ τα τυπικά -και ούτε και εσύ τα έλεγες. Δεν ήξερα τι έκανες το μεσημέρι σου, αλλά γνώριζα τι μελετούσες μέσα σου για ώρες με αφορμή κάποιο βιβλίο που δεν ολοκλήρωσες, γιατί ήθελες να βγάλεις τα δικά σου συμπεράσματα. Κι εσύ δεν ήξερες με ποιον βγήκα και πώς πήγε, αλλά ήξερες πόσο με έχουν πληγώσει οι άνθρωποι και πόσο βάρος βάζω στις λέξεις των άλλων γύρω μου.

Τυπικά δεν υπήρχαν, γιατί εμείς οι δύο δεν είμαστε τυπικοί άνθρωποι, ούτε ήμασταν ποτέ οι τυπικοί φίλοι. Άρα τι θα πούμε μετά το γεια; Γεια σου, Δ, μου έχει γαμήσει η ιστορία μας. Σκέφτομαι συνέχεια τα λάθη, τις ενοχές, τον θυμό και τα απωθημένα. Η σχέση μας είναι γεμάτη απωθημένα και πόνο. Η απόρριψη και η ανασφάλεια κυριαρχούν. Γεια σου, Δ, θυμάσαι πόσες φορές σε εγκατέλειψα; Γεια σου, Δ, θυμάσαι πόσες φορές μου έκλεισες την πόρτα στα μούτρα; Γεια σου, Ε, θα πεις κι εσύ, μου έχεις πρήξει τον πούτσο. 

Μετά το γεια δεν θα πούμε τίποτα, θα σου πω εγώ. Μετά το γεια, σιωπή. Εσύ θα γελάσεις αμήχανα και άθελά σου θα κοροϊδέψεις τη στιγμή μας, την ευκαιρία μας. Κι εγώ θα σου πω "άστο καλύτερα" και θα την αφήσω να φύγει. "Καλύτερα". Όλο ένα "άστο καλύτερα" ήταν για εμένα. Τι μαλακισμένο που είμαι και εγώ. Αφού δεν είναι καλύτερα έτσι. Δεν μου περνάει, ρε παιδί μου. Δεν μου περνάνε οι άνθρωποι. Πέρασαν, άγγιξαν, έφυγαν κι έμειναν. Αφού φεύγουν, μένουν, έτσι λειτουργεί ο εγκέφαλός μου, μετά από τόσο τραύμα. Η εγκατάλειψη είναι μαύρο μελάνι στα ρούχα μου. Και κάθε φορά θα επιλέξω να φορέσω τα ίδια για να βγω έξω. Και να γνωρίσω καινούριους ανθρώπους, με τα ίδια αυτά ρούχα, με αυτά που με έδιωξαν οι άνθρωποι. 

Έχω ρε συ τόσα να σου πω. Που τώρα δεν έχουν σημασία και δεν θέλω να λυθούν, τα έχω λύσει. Τα έχω βάλει σε σειρά. Ξέρω τι είχα ανάγκη από εσένα και γιατί φοβόμουν και να στο ζητήσω. Δεν στάθηκα στο ύψος των περιστάσεων. Δεν εμπιστεύτηκα και δεν αφέθηκα. Δεν έδωσα ευκαιρία, δεν εκτέθηκα. Δεν σου είπα γιατί θυμώνω τόσο πολύ, δεν σου είπα πόσο καλή είμαι στο να κατασκευάζω την απόρριψη. Δεν σου εξήγησα ότι πληγώθηκα από τη στάση σου. Και δεν σου ζήτησα συγγνώμη για τη δική μου. Απλά εγκατέλειψα και γύρισα από την άλλη. Μαλακία, σόρρι. 

Δεν θέλω να σου πω γεια. Θέλω να σου μιλήσω για αυτή τη φωτογραφία. Αυτή που γελάω και δεν δείχνω το πρόσωπό μου. Και εσύ κρύβεσαι με το χέρι σου. Κάθεσαι απέναντί μου και μας χωρίζει ένα σκάκι. Φαίνεται να πηγαίνει ισότιμα η φάση και να έχουμε χάσει και οι δύο πολλά πιόνια. Στην άμυνα διαρκώς και με πολύ αργούς ρυθμούς χάναμε έναν έναν τους στρατιώτες μας. Χάσαμε κομμάτια μας για να κερδίζει η άμυνά μας. Έτσι μας θυμάμαι. Μια φωτογραφία, ένα ματς γεμάτο αμηχανία, άμυνα, εγωισμό, γέλιο και απωθημένα. Εγώ να φοβάμαι να σε πλησιάσω και να σε αγγίξω. Να αγκαλιάζω όλους τους άλλους φίλους μας εκτός από εσένα. Να αφήνω ελεύθερες τις εκφράσεις του προσώπου μου σε όλους εκτός από εσένα. Να ξεχνιέμαι μαζί με τους άλλους γύρω μας, αλλά με εσένα να είμαι σε διαρκή επιφυλακή.

Εσύ πώς με θυμάσαι;

Σου έχω πει. Σου έχω στείλει ξέρω 'γω αλλά μάλλον ήταν μαλακία. Γιατί δείχνω άλλη μια φορά πόσο δειλή είμαι να διεκδικήσω μια θέση στη ζωή σου. Φοβάμαι να χάσω, για αυτό είμαι δειλή. Δεν θέλω να παίξω γιατί φοβάμαι να χάσω από εσένα. Με τρομάζει το να με κερδίσεις και να με πετάξεις μακριά σου. Και ζηλεύω όλον αυτόν τον κόσμο που τόσο άνετα σου λέει γεια, χωρίς να σφίγγεται ο λαιμός τους για το τι θα γίνει μετά. 

Το πλάνο

Σηκώθηκα για να γράψω. Ήμουν για ώρα ξαπλωμένη σε μια πολύ άβολη στάση στο κρεβάτι, Τετάρτη βράδυ, μετά το γυμναστήριο. Ακύρωσα δύο κανονίσμ...